ανατρέπομαι


ανατρέπομαι
ανατρέπομαι, ανατράπηκα βλ. πίν. 180

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνατρέπομαι — ἀνατρέπω overturn pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακυμβαλιάζω — ἀνακυμβαλιάζω (Α) [κύμβαλον] ανατρέπομαι με γδούπο, τουμπάρω …   Dictionary of Greek

  • αναποδογυρίζω — 1. γυρίζω κάτι ανάποδα, δηλ. την επάνω επιφάνεια προς τα κάτω, ανατρέπω, αντιστρέφω 2. (για κήπο, αγρό κ.λπ.) σκάβω, οργώνω 3. επιφέρω αταξία, ακαταστασία, «τά κάνω άνω κάτω» 4. καταστρέφω 5. ματαιώνω, διαφοροποιώ 6. ανατρέπομαι 7. ματαιώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • αποκλίνω — (AM ἀποκλίνω) 1. κλίνω, γέρνω προς μια κατεύθυνση 2. παρουσιάζω κλίση προς τα πλάγια 3. ρέπω προς κάτι, έχω κλίση για κάτι νεοελλ. 1. ξεφεύγω από το κανονικό 2. ναυτ. εκτρέπω πλοίο από την πορεία του αρχ. μσν. φεύγω αρχ. 1. κάνω να κλίνει προς… …   Dictionary of Greek

  • εκσελλίζομαι — ἐκσελλίζομαι (Μ) πέφτω από τη σέλλα, ανατρέπομαι από το άλογο …   Dictionary of Greek

  • μπατάρω — και μπατέρνω (Μ μπατάρω και ἀμπατάρω) νεοελλ. 1. κλίνω προς τη μια πλευρά, γέρνω 2. ανατρέπομαι, βυθίζομαι («μπατάρησε η βάρκα») 3. ανατρέπω, αναποδογυρίζω, τουμπάρω («μπατάρησε τη βάρκα για να τήν καθαρίσει») 4. φέρνω κάποιον σε εξαιρετικά… …   Dictionary of Greek

  • ξαναγίνομαι — 1. γίνομαι πάλι, επαναλαμβάνομαι («αυτό δεν ξανάγινε») 2. κατασκευάζομαι ή δημιουργούμαι πάλι 3. μεταβάλλομαι ριζικά («θωρώ και ξαναγίνηκα», Ερωτόκρ.) 4. (για τη φύση) καταστρέφομαι, ανατρέπομαι («κι ο κόσμος αν ξαναγενεί, άλλο δεν κάνω ταίρι,… …   Dictionary of Greek

  • ξαναγεννώ — άω 1. αναγεννώ, δημιουργώ κάτι ή κάποιον εκ νέου 2. μέσ. ξαναγεννώμαι και ξαναγεννιέμαι και ξαναγεννιούμαι α) γεννιέται για δεύτερη φορά β. ανακτώ τις δυνάμεις μου, αναγεννώμαι, αναζωογονούμαι γ) μεταβάλλομαι ριζικά, γίνομαι εντελώς άλλος («μα… …   Dictionary of Greek

  • πέφτω — ΝΜ 1. φέρομαι από το βάρος μου από πάνω προς τα κάτω (α. «πέφτει χιόνι» β. «πέφτει βροχή» γ. «έπεσε ένα κεραμίδι και τόν χτύπησε») 2. αποσπώμαι από τη θέση μου και φέρομαι προς τα κάτω, αποπίπτω (α. «έχω καιρό π αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου» …   Dictionary of Greek

  • περιτρέπω — ΝΜΑ νεοελλ. μέσ. περιτρέπομαι (για πλοίο) ανατρέπομαι λόγω μετατόπισης τού κέντρου βάρους και η τρόπιδα, η καρίνα, έρχεται προς τα πάνω μσν. (για δέρμα) ζαρώνω, σχηματίζω ρυτίδες μσν. αρχ. 1. ανατρέπω, αναποδογυρίζω 2. διαστρέφω, διαστρεβλώνω 3.… …   Dictionary of Greek